Τετάρτη, 14 Μαΐου 2014

Ιστορικά


Πως θα νιώθαμε εάν ήμασταν εκεί;


Φωτο:xiromeronews.blogspot.com

Κάθε χρόνο, πολλοί από εµάς λέµε και µιλούµε για την πτώση της Πόλης και ακόµα περισσότεροι συµµετέχουµε σε οµιλίες και άλλες επετειακές εκδηλώσεις για την αποφράδα εκείνη ηµέρα. Και βεβαίως πολύ σωστά κάνουµε, διότι δεν είναι δυνατόν να περάσει αυτή η θλιβερή επέτειος χωρίς να την θυµηθούµε και χωρίς να µιλήσουµε για εκείνα τα φοβερά γεγονότα.

Μπορούµε, όµως,  να φανταστούµε πως αισθάνονταν όλοι εκείνοι οι άνθρωποι που βρίσκονταν πίσω από τα τείχη της Βασιλεύουσας όλες τις ηµέρες της πολιορκίας; Μπορούµε άραγε να µπούµε µέ την φαντασία µας σε µία από τις θέσεις τους και να νιώσουµε τον τρόµο, την θλίψη και την αγωνία, που είχαν ριζώσει και κατέτρωγαν την ψυχή τους εκείνο το τροµερό βράδυ της 29ης Μαΐου του 1453;
Εάν ήµασταν ένας εκ των Ρωµιών στρατιωτών, θα βρισκόµασταν ανεβασµένοι σε κάποιον πύργο του εξωτερικού τείχους (όσους είχαν αποµείνει όρθιοι) και αποκαµωµένοι από την κούραση των µαχών, µέ µεγάλη ταραχή θα βλέπαµε απέναντί µας τις αµέτρητες φωτιές των αιµοχαρών εχθρών µας. Μέσα στην παγωµένη σιωπή που απλωνόταν απ’ άκρη σ’ άκρη στα τείχη, το µόνο που ακούγονταν ήταν ο κυµατισµός των σηµαιών µας, εκείνης µέ τον δικέφαλο αετό και εκείνης της πορφυρής µέ τον χρυσό σταυρό και τα τέσσερα Βήτα. Μόνον όταν φυσούσε προς το µέρος µας ο αέρας, έφταναν από απέναντι έντονα στα αυτιά µας οι λυσσώδεις ιαχές των βαρβάρων, οι οποίες και πρόδιδαν τους κακούς κι αιµοβόρους σκοπούς των. Έχοντας πλέον από τις καθηµερινές µάχες, εικόνα του ποιοί είναι και πως φέρονται, ξέρουµε πολύ καλά τι µάς περιµένει εάν µπούν όλα αυτά τα ανθρωπόµορφα τέρατα στην Πόλη µας. Φρικτός κι ανελέητος θάνατος. Ευρισκόµενοι λοιπόν, εκεί, πάνω στα τείχη, εκτός του ρίγους από τον κρύο αέρα, θα µάς διαπερνούσε δυνατότερο ρίγος από την σκέψη του τι περιµένει την εποµένη της πτώσης, την αγαπηµένη µας σύζυγο και τα µονάκριβα παιδιά µας. Και βεβαίως µετά από τις απάνθρωπες κακοποιήσεις και εξευτελισµούς, όσα παιδιά η γυναίκες θα απέµεναν ζωντανές θα πωλούνταν σε σκλαβοπάζαρα της ανατολής*. Και η ακόµα πιο απελπιστική σκέψη; Σε τι χέρια έπεφτε η ιερή µας πόλη; η αφιερωµένη στον Θεό Πόλη;! Όλοι αυτοί οι ιεροί ναοί και οι µονές µέ τις Άγιες Εικόνες και τα πανέµορφα ψηφιδωτά τι θα απογίνονταν; Σ’ αυτά τα χώµατα των Αγίων πότε θα ξανακουγόταν η Θεία Λειτουργία; Όλα χάνονταν!
Η ελπίδα µάς είχε εγκαταλείψει την προηγούµενη ηµέρα, όταν είδαµε (και εµείς αλλά και οι Τούρκοι κι αυτό είναι ιστορικώς καταγεγραµµένο), εκείνο το παράξενο Φως, να φωτίζει τον ναό της Αγίας Σοφίας και αφού ανέβηκε προς τα επάνω και στάθηκε για λίγο στον τρούλο, υψώθηκε στον ουρανό και χάθηκε, αφήνοντας την Βασιλεύουσα µέσα σε µιά παράξενη και µουντή καταχνιά. Μια καταχνιά, η οποία από εκείνη την ώρα είχε ριζώσει βαθιά µέσα µας και όλοι είχαµε καταλάβει πως η αγαπηµένη µας Πόλη πλέον θα έπεφτε. Γι’ αυτό άλλωστε ακούγαµε και τους Τούρκους να φωνάζουν «Αύριο θα µπούµε. Ο Θεός των Ρωµιών τους εγκατέλειψε»…
Πολλές οι αµαρτίες µας και οι απερισκεψίες µας σε όλα τα προ της πτώσεως, χρόνια! Και τώρα ερχόταν η ώρα να δούµε, να συνέλθουµε και να καταλάβουµε πόση αξία έχουν η πίστη µας και οι παραδόσεις µας, που τόσες φορές είχαµε στηριχτεί επάνω τους και είχαµε θαυµατουργικώς βγει νικητές και που τόσο εύκολα τώρα απελπιστήκαµε και τα προδώσαµε στηριζόµενοι µέ βλάσφηµα συλλείτουργα και ταπεινωτικές υποκλίσεις, στους εχθρούς της πίστης και της Ελληνορθόδοξης αυτοκρατορίας µας, τους δυτικοπαπικούς. Είχαµε, βλέπετε, ξεχάσει την προδοτική, βάρβαρη και πάνω απ’ όλα αντίχριστη λεηλασία και κυρίευση της Πόλης µας από τους … “φίλους” µας δυτικούς το 1204.
Τώρα, το µόνο που θα µάς στήριζε και θα µάς κρατούσε στα πόδια µας, εµάς και όσους είχαν αποµείνει γνήσιοι ρωµνιοί, θα ήταν η πίστη µας στον Χριστό, ο προδοµένος και µετανοηµένος Βασιλιάς µας που πολεµούσε σα λιοντάρι και η αγωνιώδης θέληση να υπερασπισθούµε την Πόλη µας και τις οικογένειές µας. Από τα χείλη µας µόνο προσευχή και ικεσίες προς την Παναγία µας θα ακούγονταν, τίποτε άλλο.
Εάν πάλι ήµασταν ένας εκ των πολιτών, τα πόδια µας θα έτρεµαν από την πολυήµερη κούραση και την εξάντληση. Όλη µέρα στα τείχη, πίσω από τους στρατιώτες, που πολεµούσαν µέ νύχια και µέ δόντια, βοηθώντας τους και φροντίζοντας τους τραυµατίες, ενώ τα βράδια, µέ όση δύναµη µάς είχε αποµείνει από την βαριά κούραση της ηµέρας, θα σέρναµε και θα κουβαλούσαµε κορµούς η αγκωνάρια από τα γκρεµισµένα τείχη, για να κλείσουµε τις µεγάλες τρύπες που είχαν ανοίξει τα τεράστια κανόνια που είχε κατασκευάσει ο (µέχρι χθες) συµπολίτης µας, ο Ουρβανός. Ειδικά η µεγάλη µποµπάρδα, το φοβερό εκείνο κανόνι που είχε φτιάξει για λογαριασµό του Μωάµεθ, και που είχε στηθεί απέναντι από την Πύλη του Αγίου Ρωµανού, έσειε σε κάθε εκπυρσοκρότηση συθέµελα την γη κάτω από τα πόδια µας, σπέρνοντας σε κάθε βροντή τον τρόµο στις καρδιές µας. Ειδικά στα µικρά παιδιά, που στην κυριολεξία τα τρέλαινε κι έκλαιγαν συνεχώς τροµαγµένα.
Σε κάθε επίθεση των Τούρκων, νιώθαµε την καρδιά µας να κοντεύει να σπάσει από την αγωνία, σκεπτόµενοι πως είµαστε µόνο 12.000 διασκορπισµένοι στα τείχη, ενώ οι εχθροί είναι 250.000 βαριά οπλισµένοι. Θα κρατήσουµε; Θα µπορέσουν τα παλικάρια µας και αυτή την φορά να απωθήσουν τα αιµοδιψή τέρατα; Ενώ σε κάθε βροντή του µεγάλου κανονιού, σαν κεραυνός έπεφτε 6στην µαυρισµένη ψυχή µας η τροµερή σκέψη: «Πάει, έπεσε το τείχος. Γκρεµίστηκε η Πύλη του Αγίου Ρωµανού, µπαίνουν …».
Και όλα αυτά, µέχρι το ξηµέρωµα της Μαύρης Τρίτης της 29ης Μαΐου του 1453. Όλο το βράδυ πέρασε µέ σφιγµένες τις καρδιές µας από την αγωνία. Ξάγρυπνοι όλοι, να κοιτάµε πάνω από τα τείχη στο σκοτάδι και να µετρούµε τις τελευταίες µας ώρες ανταλλάσοντας λίγα τελευταία λόγια µέ τα αγαπηµένα µας πρόσωπα. Ο Βασιλιάς µας εκεί, στη θέση του, ακούνητος να κοιτάζει το άπειρο και να είναι έτοιµος για το τελευταίο του ξηµέρωµα. Τι σκεφτόταν; Πως ετοιµαζόταν για το τέλος; Τι έλεγε και τι ζητούσε απ’ τον Θεό; Μόνον Εκείνος ξέρει!
Προτού χαράξει η µέρα, µέ το πρώτο αµυδρό φως της ανατολής θα ξεχύνονταν, µέσα σε κραυγές αλαλαγµού, όλες οι δυνάµεις του κακού και θα έπεφταν µέ τροµερή ορµή στα τείχη µας και προπαντός στην µαρτυρική και βαριά πληγωµένη, απ’ τα χτυπήµατα του κανονιού, Πύλη του Αγίου Ρωµανού. «Δεν βρίσκεται ένας χριστιανός να µού πάρει το κεφάλι;» ήταν οι τελευταίες λέξεις που θα ψέλλιζαν για λίγο τα χείλη του τελευταίου Αυτοκράτορα, ενώ σε λίγο θα ακούγαµε εκείνο το φοβερό «Ουαί ηµίν! Η Πόλις εάλω».
Το τέλος ήρθε. Ο Βασιλιάς µας είχε πέσει και οι εχθροί είχαν µπεί. Για βάλτε τώρα µέ το νου σας. Που να τρέξεις; Ποιόν να προστατέψεις; Που να γυρίσεις να δεις και από ποιόν να ζητήσεις βοήθεια; Από όπου περνούσαν οι λυσσασµένοι εκείνοι δαίµονες, απλώνονταν ο πόνος και ο θάνατος. Η κακοποίηση και ο εξευτελισµός. Η λεηλασία και η καταστροφή. Στους δρόµους έρεε άφθονο το αίµα ανάµεσα στους σωρούς µέ τα άψυχα κορµιά και από παντού άκουγες µόνον ουρλιαχτά και σπαραχτικές φωνές.
Για εµάς το πιο πιθανό είναι να πέφταµε µαχόµενοι στα τείχη η τρέχοντας µέ κάθε δύναµη που θα µάς είχε αποµείνει προς τους δικούς µας, να µάς σκότωναν στο δρόµο. Το σίγουρο είναι πως δεν θα φτάναµε ποτέ στο σπίτι µας για να δούµε τι απέγιναν τα αγαπηµένα µας πρόσωπα. Και βεβαίως ούτε εκείνοι θα µάθαιναν ποτέ για εµάς. Εκείνοι θα βίωναν αβοήθητοι κι ολοµόναχοι την απελπισία, τον τρόµο και την φρίκη των βασανιστηρίων και του θανάτου! Βρέφη, παιδιά, γυναίκες, κοπέλες, γέροντες… Μόνο µέ το κλείσιµο των µατιών, θα ερχόταν η λύτρωση … !
Όλα αυτά είναι λίγες µόνον απλές σκέψεις, γραµµένες εκ του ασφαλούς και µέσα στην άνεση και ειρηνική θαλπωρή του δωµατίου µου, οι οποίες σκέψεις δεν αγγίζουν καν την τραγικότητα της τότε πραγµατικότητας. Ίσως εάν βρισκόµασταν εκεί για πέντε µόνο λεπτά, να είχαµε, από τον τρόµο µας, πεθάνει. Βεβαίως το τι θα κάναµε, ας ευχηθούµε να µήν µάς αξιώσει ο Θεός να το µάθουµε ποτέ. Αν και ζώντας την σηµερινή κατάσταση µάλλον είναι αναπόφευκτο, αφού η απαξίωση της πίστης, της ιστορίας και της παράδοσής µας είναι η ίδια και χειρότερη από αυτή, της προ πτώσεως της Πόλης, την Μαύρη Τρίτη της 29ης Μαΐου του 1453. Ο µακαριστός Αυγουστίνος Καντιώτης, αναφερόµενος στα προ της αλώσεως, λέει πως «παρά την εξωτερική λαµπρότητα, εσωτερικό σκοτάδι σκέπαζε την Πόλη. Πλεονεξία, πονηριά, φιλαργυρία, θεοµπαιξία, ηθική κατάπτωση … χωρίς αυτά απόρθητο φρούριο θα ήταν η πατρίδα µας! Αλλά υπερίσχυσε η ανοµία».
Πάσα οµοιότης µέ το σήµερα … τυχαία …!
Ο Θεός µαζί µας.

Ἀναστάσιος Μυρίλλας
 «ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Τεύχος 141

*Μετά την πτώση της Πόλης, ο Μωάµεθ Β  ἔστειλε από 400 παιδιά δώρο στους τέσσερεις χαλίφηδες της ανατολής, προς ικανοποίηση των ανωµάλων και βρωµερών επιθυµιών τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια: