Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016

Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: Σύντομη βιογραφία και εισαγωγικά σχόλια (Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών)

Σύντομη βιογραφία: Ο άγιος πατέρας μας Γρηγόριος ο Θεσσαλονίκης έζησε στα χρόνια της βασιλείας τον Ανδρόνικου Β’ Παλαιολόγου, γύρω στο 1340 μ.Χ. Αφού άφησε όλο τον κόσμο και τα του κόσμου, από την πατρίδα του Κων­σταντινούπολη μετανάστευσε στον αγιώννμο Αθω, όπου ακολούθησε τη μοναστική ζωή. Εδώ, έπειτα από σκληρούς ασκητικούς κόπους μέσα σε άκρα ησυ­χία, με την ψυχή στραμμένη στο Θεό μόνο, έγινε θεόμορφος καθρέφτης του Α­γίου Πνεύματος, ανεβαίνοντας όσο λίγοι στην κορυφή της πράξεως και της θεω­ρίας. Με καταυγαζόμενη τη διάνοια του από τις θεοπτικές Ελλάμψεις του Πνεύ­ματος, άφησε στην Εκκλησία του Θεού σοφότατα και θεολογικότατα συγγράμ­ματα, σαν μνημείο Ορθοδοξίας.
Αποσπάσματα από αυτά είναι όσα περιέχονται στο βιβλίο αυτό, τα οποία προξενεύουν πράγματι στους αναγνώστες θησαυρούς θείας γνώσεως και πνευ­ματικής σοφίας και τελειότητας.
Γιατί ο ουράνιος και θεοπτικός αυτός νους δε συγκέντρωσε σε αυτά μόνο τους λόγους των παλαιοτέρων Αγίων, αλλά πρόσθε­σε και όσα υπερφυσικά έμαθε ο ίδιος με μακρά πείρα και μακάριο πάθος, και τεχνούργησε έτσι ένα πραγματικό αριστούργημα των νηπτικών, ώστε κανείς ποτέ να μην τα θεωρεί γέννημα ανθρώπινης διάνοιας -κάθε άλλο μάλιστα. Στην πραγματικότητα είναι νοήματα Χριστού και λόγοι Θεού που φέρνουν σε έκστα­ση κάθε ακοή και διάνοια. Με αυτά υπερασπίζει σθεναρά όσους ζουν σε ιερή ησυχία και σχολάζουν ατή νοερά νήψη και προσευχή, ενώ αντιμετωπίζει εμβριθέ­στατα, με αποδείξεις από τη Γραφή, τις αντίθετες κενοφωνίες των αντιπάλων, ως απόψεις που ανατρέπουν την αλήθεια.
*   *   *
Εισαγωγικά σχόλια: Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ανεδείχθη ως η μεγαλύτερη μεταβυζαντινή θεολογική μορφή της Ορθοδοξίας, που συνδύασε τον θεόπνευστον δογματικόν με τον πιο αγιοπνευματικώς έμπειρον απολογητή της μυστικής και νηπτικής θεολο­γίας του δεκάτου τετάρτου αιώνος, καλύπτοντας όλο το φάσμα της εν Χριστώ ζω­ής·
Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1296. Μεγάλης φυσικής καταβολής νους, κατενόησεν, όσον ελάχιστοι, την Ορθόδοξη θεολογία και συνέλεξε απέραντες γνώσεις από την κλασσική γραμματεία, ώστε να διεγείρει σε έκπληξη και θαυμα­σμό, για τη σοφία του, τους διδασκάλους του, αλλά κι αυτόν τον αυτοκράτορα, ο οποίος τον προώριζε για πολιτικά αξιώματα.
Το αρχοντικό του ήταν σαν μοναστήρι, όπου όλη η οικογένεια ζούσε ασκητι­κά. Τη θεολογική και πνευματική στοιχείωσή του την ώφειλε στο διάσημο μητρο­πολίτη Φιλαδέλφειας Θεόληπτο. Ήταν τόσον εντατική η ασκητική αγωγή του Γρηγορίου, ώστε όσοι δεν γνώριζαν την πολιτεία του να υποθέτουν ότι έχασε τον νουν του. Όταν ο άγιος πατέρας του εκοιμήθη εν Κυρίω, πείθει ολόκληρη την οικογέ­νεια του, αδελφές, αδελφούς και μητέρα, και αναχωρούν όλοι για μοναχοί. Ο ίδιος με τα δύο αδέλφια του κατευθύνεται προς τον Άθω, ενώ οι γυναίκες εισέρχονται σε μονή της Κωνσταντινουπόλεως.
Στον Άθω υποτάσσεται σε άγιον ασκητή. Αργότερα, μετά την κοίμηση του, πηγαίνει στη Λαύρα του άγιου Αθανασίου, στη συνέχεια έξω της Λαύρας σε ερημητήριο, κατόπιν στη Θεσσαλονίκη και Βέροια και πάλι στο Άγιον Όρος με τους ησυχαστές, όπως λεπτομερώς αναφέρεται στη βιογραφία του, οπού έφτασε σε ύψη α­γιότητας και έλαβε το χάρισμα της Θεολογίας από την Παναγία. Έγραψε πραγματείες κατά της εκπορεύσεως του Άγιου Πνεύματος και εκ του Υιού και αντέκρουσε, εξ αναθέσεως υπό των ησυχαστών, τον λατινέλληνα Βαρ­λαάμ τον Καλαβρό, επιβάλλοντας συνοδικώς τις ορθόδοξες δογματικές θέσεις του και προκαλώντας την επικύρωση των ησυχαστικών διδασκαλιών από τέσσερες συ­νόδους της Κωνσταντινουπόλεως.
Σε αναγνώριση της υψίστης προσφοράς του προς την Εκκλησία, εξελέγη μη­τροπολίτης Θεσσαλονίκης, όπου έλαμψε με την αγιότητα του, με τα θαύματα του, με την ποιμαντική σοφία του και με τη χάρη της θεολογίας του. Έγραψε ένα μεγάλον αριθμόν έργων δογματικού και πνευματικού περιεχομένου, από τα οποία, οι ά­γιοι Μακάριος και Νικόδημος, επέλεξαν, ως αντιπροσωπευτικά και προς το σκοπό της Φιλοκαλίας, την θεολογικότατη και πνευματικότατη και ευωδιάζουσα από τη χάρη του Πνεύματος εκτεταμένη Επιστολή Προς την σεμνοτάτην εν μοναζούσαις Ξένην.
Σ’ αυτήν εκθέτει ο θεόσοφος μυστικός θεολόγος τις μοναχικές και ησυχαστικές εμπειρίες του, τις προϋποθέσεις για την αδιάλειπτη προσευχή, που είναι οι εντολές του Κυρίου, τα όπλα κατά των παθών, τονίζοντας την αποτελεσματικότητα του πνευματικού πένθους και των δακρύων, την ακτημοσύνη, την πτωχεία και, προ­παντός, την ταπείνωση και την αγάπη προς τον Θεόν και τον πλησίον, ώστε στα­διακά να φθάσει η μοναχή από την καθαρότητα του κατ’ εικόνα, στην υψηλή κατά­σταση του καθ’ ομοίωσιν. Και θαυμάζει κανείς τη σοφία του Αγίου, που, ενώ α­πευθύνεται σε μοναχές και θα έπρεπε να επιμείνει στην αδιάλειπτη προσευχή του Ιησού, όμως, παραλλήλως, υπογραμμίζει τη μεγίστη σημασία των εντολών, δίδον­τας το προβάδισμα στο πνευματικό πένθος. Η Επιστολή είναι αριστούργημα ποι­μαντικής προς μονάστριες, φυσικά και μοναχούς.
Στη συνέχεια αναλύει τον δεκάλογο του Μωϋσέως, μεταφέροντας τον στην περιοχή της χάρης, ως κατά Χριστόν Νομοθεσία, όπου, τα επιφανειακά και σκιώδη παραγγέλματα του Νόμου, προσλαμβάνουν το βάθος της ευαγγελικής πνευματικής νομοθεσίας και όπου το γράμμα, που κτείνει, παραχωρεί τη θέση του στο πνεύ­μα, που ζωοποιεί. Αποτελεί μια θαυμάσια αναλογική μεταφορά, κατά τη διαδο­χή του ατελούς Νόμου από το τέλειον Ευαγγέλιον, αφού παρήλθεν η σκιά του νό­μου, της χάριτος ελθούσης.
Οι ανθολόγοι της Φιλοκαλίας, δρέποντες από τα ευώδη άνθη του παλαμικού παραδείσου, απέσπασαν από τις Τριάδες των Λόγων ζόντων τον Λόγο περί της νοεράς προσευχής, όπου αναλύονται τα προβλήματα της εσωστρέφειας, αλλά και του φυσιολογικώς ενεργούμενου ελαφρού κρατήματος της αναπνοής.
Όπως σημειώσαμε και στα σχόλια του Σιναΐτου, ο θείος Παλαμάς, δεν είχε πολλή δυσκολία ν’ αποκρούσει τις κατηγορίες των αντιπάλων, αφού την νοερά προ­σευχή ενεργούσαν προγενέστεροι ησυχαστές, μαρτυρηθέντες από τον Θεόν με ση­μεία αγιότητος. Αυτούς επικαλείται για ν’ αποστομώσει τους κατηγόρους, ότι τάχα οι ησυχαστές, εφαρμόζοντες την ψυχοσωματική μέθοδο, επεδίωκαν την θείαν χά­ριν δια των μυκτήρων εισοικίζειν.
Επίσης, επειδή κατηγορούσαν τους ησυχαστές, ότι προσπαθούσαν έφ’ εαυ­τούς βλέπειν και δια της αναπνοής είσω πέμπειν τον οικείον νουν, αφού, κατ’ αυ­τούς, ο νους δεν είναι χωρισμένος από την ψυχή, ο μέγας ησυχαστής Γρηγόριος, με Γραφικές και Πατερικές αποδείξεις, ανατρέπει τους κατηγόρους, υποστηρίζων τη διάκριση του νου ως ουσίας και ενεργείας. Αναχωρώντας από την καθολική εμπει­ρία, κατά την οποία η διάνοια και οι λογισμοί είναι διακεχυμένοι, δια των αισθήσε­ων, στον κόσμον, είναι προφανές ότι πρέπει να επανέλθουν στο φυσικό τους χώρο, στην ουσία τους, που είναι ο νους. Και ως αποτελεσματικό μέσον απεδείχθη η νοερά προσευχή, βοηθούμενη από την ψυχοσωματική μέθοδο. Αγνοούντες, ακόμη και σήμερα, τις ανθρωπολογικές αυτές λειτουργίες, ονόμαζαν τους νοερώς προσευχομένους κοιλιοψύχους και ομφαλοσκόπους. Τα πλήθη των Άγιων όμως, τι λέ­γουν;
Στη Φιλοκαλία παρατίθενται επίσης τρία εκτεταμένα Κεφάλαια, Περί προ­σευχής και καθαρότητος καρδίας, οπού αναλύεται δογματικώς, θεολογικώς και πνευματικώς το πρόβλημα της νοεράς προσευχής, στο οποίον ανεδείχθη, ο θείος Παλαμάς, αληθινή αυθεντία. Με τα τρία αυτά Κεφάλαια, εκτίθεται συνοπτικώς και πειστικότατα η αξία της θεομαρτυρημένης και αγιομαρτυρημένης νοεράς προ­σευχής.
Στη συνέχεια οι εκδότες παραθέτουν τα εκατόν πενήντα Φυσικά, θεολογικά, Πρακτικά και Ηθικά Κεφάλαια, με τα οποία συνοψίζεται η δογματική και μυστική διδασκαλία της Εκκλησίας. Εκτός από την προβολή των κοσμολογικών 33 Κεφα­λαίων, που απηχούν τις επιστημονικές γνώσεις της εποχής και της αναλύσεως αν­θρωπολογικών προβλημάτων, προβαίνει στην ανάπτυξη θεμάτων της καταφατικής και αποφατικής θεολογίας, αποδεικνύοντας ότι ουδέποτε η μία αναιρεί την άλλη. Επίσης θεοπνεύστως θίγονται θέματα Τριαδολογικά, Χριστολογικά. και Πνευματολογικά, που άπτονται του τότε επιμάχου θεολογικού προβλήματος, της διακρίσε­ως Ουσίας και Ενεργείας, ως και της φύσεως του θαβωρίου φωτός, ως ακτίστου, που περιλάμπει τους Αγίους. Οι θεολογικές τομές του θείου Παλαμά ανακεφα­λαιώνουν ολόκληρη την θεολογική παράδοση.
Σαν επισφράγισμα της παλαμικής θεολογίας, οι ανθολόγοι, παρέθεσαν τον περιώνυμον Αγιορειτικόν Τόμον υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, ο οποίος έχει υπογραφεί από ησυχαστές του Αγίου Όρους, ως Ομολογία Πίστεως, όμως είναι έργο του αγίου Παλαμά. Στον Τόμον αυτό, που εγράφη για να χρησιμεύσει στον ά­γιο Γρηγόριο, κατά τους θεολογικούς αγώνες του στις Συνόδους της Κωνσταντινουπόλεως, συμπυκνώνεται η διδασκαλία του περί θείου ακτίστου φωτός και μεθέξεως του από τους Αγίους και θίγονται τα προβλήματα της νοεράς προσευχής, αλλά και της μετοχής του σώματος στην άκτιστη θεοποιόν ενέργεια.
Πρόκειται για ένα κείμενο θεμελιώδους δογματικής, θεολογικής και πνευμα­τικής σημασίας, που καθιέρωσε τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά ως τον μέγιστο των μεταβυζαντινών θεολόγων, γιατί συνεπύκνωσε και εξέφρασε όλους τους θεολόγους Πατέρες, αλλά και έλυσε βαθύτατα θεολογικά προβλήματα, καταδεικνύοντας συν τοις άλλοις και το υφιστάμενο χάσμα που υπάρχει μεταξύ Ορθοδόξου και Λατινι­κής Θεολογίας.


Δεν υπάρχουν σχόλια: