Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2015

Απόσπασμα από το άρθρο - Οι βιογράφοι του Αγίου Μαξίμου του Γραικού

Ο Μάξιµος ο Γραικός του γραµµατολόγου Μήτσου Αλεξανδρόπουλου


cf83ceaccf81cf89cf83ceb70014 (1)
επιμέλεια έρευνας και κειμένου:πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου.
Ο  Αλεξανδρόπουλος  έχει  ασχοληθεί  τουλάχιστον  δύο  φορές  µε  το Μάξιµο.  Στον  πρώτο  τόµο  της  τρίτοµης  Ιστορίας  του “ Η  Ρωσική Λογοτεχνία” στο  κεφάλαιο «Η  ΑΚΜΗ  ΤΗΣ  ΜΟΣΧΑΣ»  (Η  Φιλολογία του16 ου αιώνα)  αναφέρεται  στο  Μάξιµο  Γραικό(1470-1556),  τον  οποίο θεωρεί  ως  την «πνευµατικότερη  φυσιογνωµία  του  ρωσικού  Μεσαίωνα»(σ.208).

Αρχικά,  κάνει  µικρή  αναφορά  στην  οικογένεια  των  Τριβώληδων (αφού  το  κατά  κόσµον  όνοµα  του  Μάξιµου  ήταν  Μιχαήλ  Τριβώλης)  και στις  σπουδές  του  Μάξιµου  στην  Κέρκυρα  και  στην  Ιταλία.  Αναφέρει  ότι επηρεασµένος  από  τα  κηρύγµατα  του  Σαβοναρόλα  πήγε  στο  µοναστήρι του  Αγίου  Μάρκου  της  Φλωρεντίας(1502-1504),  απ’  όπου  όµως  έφυγε απογοητευµένος.  Επίσης,  ότι  εργάστηκε  για  λίγο  στο  τυπογραφείο  του Άλδου  Μανούτιου  και  τελικά  αναχώρησε  για  το  Άγιο  Όρος,  από  όπου στάλθηκε  το1518 στη  Ρωσία  για  µεταφράσεις  ιερών  κειµένων,  αλλά  δεν κατάφερε  να  επιστρέψει  ποτέ  στο  πολυπόθητο  γι’  αυτόν  Όρος,  καθώς έζησε  αιχµάλωτος  του  τσάρου  Βασιλείου  αρχικά  και  του  γιου  του  Ιβάν στη συνέχεια µέχρι το θάνατό του το1556.
Ο  Αλεξανδρόπουλος  θεωρεί  ότι«ο  Μάξιµος  εγκαινίασε  στη  Ρωσία τον  τύπο  του  Φρονηµατία  διανοούµενου»  (σ.208)  και  ότι «άφησε  βαθιά ίχνη  στα  ρωσικά  γράµµατα  και  σοβαρή  επίδραση  στους  Ρώσους  λόγιους […]  και  φαίνεται  να  έπαιξε  κάποιο  ρόλο  στην  προώθηση  της  ρωσικής τυπογραφίας» (σσ.208-209).
Ακολουθεί  αναφορά  στα  έργα  που  άφησε  στη  Ρωσία  και  στα ιδανικά  και  τις  αρχές  που  πρέσβευε  και  τις  οποίες  υπεραµυνόταν.
Τονίζεται  η  εναντίωσή  του  στις  αιρέσεις,  στην  τυπολατρία  του  κλήρου και  στις  αδικίες.  Χαρακτηρίζεται  ως«ιδεολόγος  διαφωτιστής»  (σ.209).  Ο Αλεξανδρόπουλος  αναφέρεται  και  σε  ορισµένες  πηγές  του,  όπως  στην εργασία  του  καθολικού  θεολόγου  και  φιλόλογου  Ντενίσωφ  Ο  Μάξιµος  ο Γραικός  και  η  ∆ύση  (1943),  τον  οποίο  χρησιµοποιούν  και  ο  Παπαµιχαήλ και  ο  Κανελλόπουλος.  Επίσης,  υπογραµµίζει  ότι  ο  Μάξιµος  δίδαξε  ύφος στους  Ρώσους  λόγιους,  γιατί  αν  και  αντιδυτικός  ήταν  ταυτόχρονα διανοούµενος  της  Αναγέννησης  και  άριστος  χρήστης  της  ρητορικής τέχνης.  Χαρακτηριστικό  είναι  το  γεγονός  ότι  το  ύφος  του  το  µιµήθηκαν µέχρι και οι αντίπαλοί του.
Στη  συνέχεια  ο  Αλεξανδρόπουλος,κάνει  λόγο  για  την  περίοδο  της  ζωής  του  Μάξιµου  στη Ρωσία  Γίνεται  αναφορά  στον  ηγούµενο  Ιωσήφ  Βόλοτσκι  που  ήταν υπέρµαχος  των  δυναµικών  µέτρων  ενάντια  στην  αιρετική  ∆ύση,  συνεχιστής  του  οποίου  υπήρξε  ο  κύριος  αντίπαλος  του  Μάξιµου,  ο ηγούµενος κι έπειτα µητροπολίτης ∆ανιήλ. Επίσης, αναφέρεται και στους αντιπάλους  των  οπαδών  του  Ιωσήφ,  στους«ακτήµονες»,  σπουδαιότεροι από  τους  οποίους  ήταν  ο  Νείλος  Σόρσκι  και  ο  καλόγερος  Βασιανός Πατρικιέγιεφ.  Τέλος,  καταγράφεται  και  το  όνοµα  του  Θεόδωρου Κάρπωφ  στους  υπέρµαχους  µιας  εκσυγχρονισµένης  ορθολογιστικής ανάπτυξης  του  ρωσικού  κράτους  και  στους  πρόδροµους  των  Ρώσων φιλοδυτικών.
Παρακάτω,  αναφέρεται  ότι  από  τα  έργα  του  Μάξιµου  αντλεί  ο αναγνώστης  πληροφορίες  για  άλλους  λαούς  και  χώρες,  για  τις ανακαλύψεις  των  θαλασσοπόρων  και  για  τα  ταξίδια  στις  Ινδίες  και  στις Μολούκες νήσους.
Όπως αρµόζει στα πλαίσια µιας Ιστορίας της Ρωσικής λογοτεχνίας,  που  εκδίδεται  περίπου  συγχρόνως  µε  το  µυθιστόρηµα  Σκηνές  από  το  βίο του  Μάξιµου  του  Γραικού,  ο  Αλεξανδρόπουλος  αντιµετωπίζει  το  Μάξιµο ως  σηµαντική  φυσιογνωµία-γέφυρα  για  το  πέρασµα  της  Ρωσίας  από  το Μεσαίωνα  στην  Αναγέννηση.  Υπονοείται  ότι  η  καταδίωξη  του  Μάξιµου,  ενός  αγιορείτη  µοναχού  υπέρµαχου  της  ακτηµοσύνης,  γίνεται περισσότερο  από  εκείνους  που  αντίκεινται  στον  εκσυγχρονισµό  της Ρωσίας.

imagαφδγδγes4Ο Μάξιµος του µυθιστοριογράφου Μήτσου Αλεξανδρόπουλου
Στο  έργο  του  Μήτσου  Αλεξανδρόπουλου  Σκηνές  από  το  Βίο  του Μάξιµου  του  Γραικού προτάσσεται  ένα  σηµείωµα  για  τις  εκδόσεις  και µεταφράσεις  του  βιβλίου.  Το  µυθιστόρηµα  γράφτηκε  κατά  τα  πρώτα χρόνια  της  Απριλιανής  δικτατορίας,  το  1967-69,  όταν  ο Αλεξανδρόπουλος βρισκόταν ακόµα ως πολιτικός πρόσφυγας στη Ρωσία.
Η  πρώτη  έκδοση  στην  Ελλάδα  έγινε  το 1976  µετά  τον  επαναπατρισµό του  συγγραφέα.  Είναι  το  µόνο  βιβλίο  του  Αλεξανδρόπουλου  σχετικό  µε βιογραφία  που  γράφεται  πριν  τον  επαναπατρισµό  του.  Με  το µυθιστόρηµα  αυτό,  πάντως,  ο  Αλεξανδρόπουλος  στρέφεται  προς  το παρελθόν,  σε  αντίθεση  µε  τα  σύγχρονά  του  ιστορικά  γεγονότα,  µε  τα οποία ασχολήθηκε στα πρώτα διηγήµατα και µυθιστορήµατά του.
Ακολουθεί  σύντοµο  βιογραφικό  σηµείωµα  για  το  Μάξιµο  Γραικό και  στη  συνέχεια,  παρατίθεται  σηµείωµα  του  συγγραφέα,  στο  οποίο δηλώνει  ότι  θεωρεί  το  Μάξιµο  ως  τον  πιο  σηµαντικό  Έλληνα  που εργάστηκε  στη  Ρωσία  και  πως  στην  προσπάθειά  του  να  ζωντανέψει  τη µορφή  του  καλόγερου  στο  µυθιστόρηµά  του  χρησιµοποίησε  εκτεταµένη επιστηµονική  βιβλιογραφία.  Μάλιστα,  νιώθει  ικανοποίηση  που  οι  νέες εργασίες  που  εµφανίστηκαν  µετά  το  έργο  του (π.χ.  η «Σιβηριανή ανακάλυψη»  του  Ν.Ν.  Ποκρόφσκι)  δεν  αναιρούν  την  εικόνα  του Μάξιµου όπως εµφανίζεται στο έργο του.
Ο  συγγραφέας  σπεύδει  να  υπογραµµίσει  ότι  το  µυθιστόρηµά  του  δεν  είναι  βιογραφία  και  ότι  η  ιστορία  τον  ενδιαφέρει  µόνο  ως  το  σηµείο που  µπορεί  να  τον  βοηθήσει  να  πλησιάσει  το  ανθρώπινο  φαινόµενο,  δηµιουργώντας  µια  καλλιτεχνική  µορφή.  Εξάλλου,  ο  Μάξιµος  είναι  ο άνθρωπος  καλλιτέχνης,  ο  πνευµατικός  άνθρωπος  µέσα  σε  δυσµενείς συνθήκες.  Θεωρεί  ως  δουλειά  του  συγγραφέα  να  ζωντανέψει  τον άνθρωπο  και  την  εποχή  του,  δηλαδή  τα  στοιχεία  που  διαµόρφωσαν  το χαρακτήρα  του  και  το  πώς  ο  ίδιος  διαµόρφωσε  την  εποχή  του.  Τα ερωτήµατα  ενός  ιστορικού  µετατρέπονται  σε  σκηνές  και  κεφάλαια  του µυθιστοριογράφου (σσ.7-8):
«∆εν  είναι  βιογραφία  το  µυθιστόρηµά  µου.  Η  ιστορία  µ’  ενδιαφέρει  ως  εκεί που  µπορεί  να  µε  βοηθήσει  να  πλησιάσω  το  ανθρώπινο  φαινόµενο,  δηµιουργώντας µια  καλλιτεχνική  µορφή.  Ο  ιστορικός  µπορεί  να  µένει  ικανοποιηµένος  αν  µπορέσει να  λύσει  αυτό  ή  το  άλλο  πρόβληµα,  ένα  από  τα  πολλά  που  σχετίζονται  συνήθως  µε
τις µεγάλες ιστορικές µορφές και σε κάποια στιγµή αποκτά ιδιαίτερη σηµασία για την επιστήµη  του  ή  παρουσιάζει  γενικότερο  ενδιαφέρον.  Για  έναν  συγγραφέα  αυτό  δεν αρκεί.  ∆ουλειά  δική  του  είναι  να  µπορέσει  να  ζωντανέψει  τον  άνθρωπο  µαζί  µε  την εποχή  του,  να  δώσει  όλα  εκείνα  τα  πολυφωνικά  πράγµατα  που  διαµόρφωσαν  το
χαρακτήρα του, µια ζωντανή  αλυσίδα  από  περιστατικά που µέσα στην ανάπτυξή τους ξανοίγεται ο ανθρώπινος χαρακτήρας.» [Μάξιµος, σ.7]
Επιπλέον,  ο  συγγραφέας  τονίζει  ότι  τον  ενδιαφέρει  ο  δηµιουργικός
πυρετός  στον  οποίο  ζούσε  η  Ρωσία  την  εποχή  του  Μάξιµου  και  δηλώνει πως  η  δική  του  ερµηνεία  ξεκινά  από  το  γεγονός  ότι  ένας  Έλληνας  λόγιος της  ιταλικής  Αναγέννησης  στα  τέλη  του15ου αιώνα  ως  τις  αρχές  του16 ου αιώνα  µέσα  από  τις  ηθικές  και  πνευµατικές  αναζητήσεις  του  φτάνει  στη Ρωσία,  για  να  ζήσει  µια  από  τις  πιο  δυναµικές  φάσεις  της  ιστορίας  της.
Υπογραµµίζει,  µάλιστα,  ότι  ο  αναγνώστης  θα  παρακολουθήσει  µερικές σκηνές  της  ζωής  του  Μάξιµου  στο  φόντο  των  ιστορικών  γεγονότων  της εποχής.
Ο τίτλος Σκηνές από το βίο του Μάξιµου του Γραικού φανερώνει τη συγγραφική  πρόθεση  για  επιλογή  ορισµένων  στιγµών  από  τον  ιδιόµορφο και  εξαιρετικά  πλούσιο  βίο  του  Μάξιµου  και  παραπέµπει  στους «βίους των αγίων» (Σταυροπούλου, σ.63).
Το  βιβλίο  αποτελείται  από  Πρόλογο  και  τρία  µέρη,  εκ  των  οποίων τα  δύο  πρώτα  διαιρούνται  σε  εννιά  κεφάλαια  το  καθένα  και  το  τρίτο  σε οχτώ.
Στον Πρόλογο ο Μάξιµος δεν εµφανίζεται άµεσα. Γίνεται αναφορά στην  άφιξη  στο  Άγιο  Όρος  ενός  παλιού  φίλου  του,  του  λόγιου  Νικόλαου Γρηγορόπουλου  το1516.  Παρουσιάζει,  µάλιστα,  ενδιαφέρον  το  γεγονός ότι  ο  Αλεξανδρόπουλος  µε  την  αναφορά  στο  όνοµα  του  Γρηγορόπουλου µας  παραπέµπει  έµµεσα  στον  κωδικογράφο  Ιωάννη  Γρηγορόπουλο,  µε τον  οποίο  σχετίστηκε  ο  Μάξιµος  στη  Βενετία,  στο  τυπογραφείο  του Άλδου  Μανούτιου  και  µε  τον  οποίο  διατηρούσε  αλληλογραφία.   Μέσα από  τις  σκέψεις  αυτού  του  προσώπου,  το  οποίο  διαδραµατίζει µυθοπλαστικό  ρόλο,  ο  Αλεξανδρόπουλος  κατορθώνει  να  µας  δώσει έµµεσα  ορισµένα  στοιχεία  του  χαρακτήρα  του  Μάξιµου,  προερχόµενα από  αναφορές  της  ιταλικής  κυρίως  περιόδου  του,  καθώς  και  να  αφήσει υπαινιγµούς  για  την  ατµόσφαιρα  και  το  κλίµα  που  υπήρχε  την  εποχή εκείνη  στο  Άγιο  Όρος,  το  οποίο  κάθε  άλλο  παρά  εξιδανικευµένο παρουσιάζεται.
Έτσι,  ο  µυθοπλαστικός  Πρόλογος  δεν  αντιστοιχεί  στην  αρχή  της ζωής  του  ήρωα,  αλλά  αναφέρεται  σε  ένα  χαρακτηριστικό  περιστατικό in  medias  res,  το  οποίο  αποτελεί  µικρή  έµµεση  αναδροµή  σε  βιογραφικά στοιχεία  του  Μάξιµου,  µέσω  των  αναπολήσεων  ενός  τρίτου  και  αποτελεί γέφυρα ανάµεσα στο Ιταλικό παρελθόν και στο παρόν του Όρους(από το οποίο  απουσιάζει  ο  Μάξιµος).  Άρα,  η  ζωή  του  Μάξιµου  είναι  η  ζωή  στη Μόσχα και όλα τα άλλα υποβαθµίζονται.
Το  πρώτο  µέρος  του  έργου  ξεκινά-  όπως  και  η  µυθιστορηµατική βιογραφία του Σαρδελή- από την άφιξη του Μάξιµου στη Μόσχα το1518  και  περιλαµβάνει  τα  γεγονότα  ενός  έτους  περίπου,  στη  διάρκεια  του οποίου  ο  Μάξιµος  προσφέρει  αφειδώς  τις  υπηρεσίες  του  µεταφράζοντας τον  Ψαλτήρα  και  µελετώντας  τα  αλλοιωµένα  θρησκευτικά  ρωσικά βιβλία. Ωστόσο, ακούσια εµπλέκεται στις έριδες των εκκλησιαστικών και πολιτικών  ηγετών,  καθώς  ούτε  η  επιθυµία  για  την  αύξηση  της µοναστηριακής περιουσίας του µητροπολίτη ∆ανιήλ και των οπαδών του,  ούτε  το  διαζύγιο  του  τσάρου  Βασιλείου  από  την  άτεκνη  γυναίκα  του Σολοµωνία και ο γάµος του µε την καθολική Ελένη Γλίνσκι τον βρίσκουν σύµφωνο.  Αναπόφευκτα,  λοιπόν,  πέφτει  θύµα  των  ραδιουργιών  και  των συκοφαντικών κατηγοριών τους, προκειµένου να πετύχουν την εξόντωσή του.  Προµήνυµα  του  µαρτυρίου  του  αποτελεί-  στον  επίλογο  του  πρώτου µέρους-  η  άρνηση  του  τσάρου  να  του  επιτρέψει  την  επιστροφή  του  στο Όρος.
Το  δεύτερο  µέρος  περιλαµβάνει  τα  γεγονότα  της  πενταετίας1520-1525.  Την  εποχή  αυτή  πραγµατοποιείται  η  δέση  του  δράµατος (όπως υποστήριξε  και  ο  Παπαµιχαήλ,  σ.246),  καθώς  η  αποποµπή  του µητροπολίτη  Βαρλαάµ  από  τον  τσάρο  το  ∆εκέµβρη  του 1521  και  η παράνοµη  ανάρρηση  του  ∆ανιήλ  στον  αρχιεπισκοπικό  θρόνο  θα αποτελέσει  κλειδί  για  τις  εξελίξεις.  Ο  ίδιος  ο  Μάξιµος  µέσα  από  τις εσωτερικές  σκέψεις  του  φαίνεται  να  συναισθάνεται  τον  κλοιό  να  σφίγγει γύρω  από  το  πρόσωπό  του,  ωστόσο  πιστός  στις  αξίες  του  δε  διστάζει  να στηλιτεύει  µε  το  λόγο  και  τα  γραπτά  του  ό,τι  θεωρεί  ότι  αντιβαίνει  στην ηθική  τάξη  των  πραγµάτων.  Έτσι,  οδηγείται  στη  σύλληψη.
Το  πιο ενδιαφέρον τµήµα του βιβλίου αποτελεί ο Επίλογος(ένατο κεφάλαιο) του δεύτερου  µέρους,  ο  οποίος  περιλαµβάνει  το  κατηγορητήριο  του  ∆ανιήλ σε  βάρος  του  Μάξιµου,  έµµεσα  την  απάντηση  του  Μάξιµου  στο κατηγορητήριο  όπως  προκύπτει  µέσα  από  τρία  αποσπάσµατα  έργων  του,  µια ανθολογία (Σταυροπούλου, σ.34) αναφορών και κρίσεων για το Μάξιµο,  γραµµένων  από  το 16ο ως  τον 20ό  αιώνα  από  Έλληνες  και  Ρώσους χρονικογράφους,  µελετητές  κ.ά.  και  υµνητική  αναφορά  του Αλεξανδρόπουλου  για  το «έκτο  δάχτυλο»  του  Μάξιµου,  την  πένα  του,  που  αποτέλεσε  το  µέσο  από  όπου  αντλούσε  κουράγιο,  για  να αντεπεξέλθει  στα  βασανιστήρια  που  υπέστη.  Ο  Επίλογος,  λοιπόν,  του δεύτερου  µέρους  και  κυρίως  η  τρίτη  και  τέταρτη  υποενότητά  του αποτελούν  τη  βασική  πρωτοτυπία  του  έργου  του  Αλεξανδρόπουλου έναντι  των  υπολοίπων  που  έχουν  γραφτεί  για  το  Μάξιµο.  Αλλά  στο  θέµα αυτό  θα  επανέρθουµε  παρακάτω,  όταν  γίνει  λόγος  για  την  τεχνική  του Αλεξανδρόπουλου  και  τις  καινοτοµίες  του  ως  προς  τη  χρήση  των  πηγών του και την οργάνωση της αληθοφάνειας της αφήγησής του.
Το  τρίτο  µέρος  περιλαµβάνει  τα  γεγονότα  των  ετών 1547-1556,  µέχρι  δηλαδή  το  θάνατο  του  Μάξιµου.  Είναι  η  εποχή  της  βασιλείας  του τσάρου  Ιβάν  του  Τροµερού,  στον  οποίο  επίσης  ο  Μάξιµος  απευθύνει νουθεσίες,  αλλά  και  έκκληση  να  του  δώσει  την  άδεια  να  επιστρέψει επιτέλους στην πατρίδα του. Και αυτή η επιστολή δεν απέφερε το ποθητό αποτέλεσµα.  Ωστόσο,  ήδη  τα  χρόνια  αυτά  ο  Μάξιµος  έχαιρε  καλύτερης αντιµετώπισης,  αφού  του  επιτρεπόταν  να  γράφει,  να  µεταλαµβάνει  και δεν ήταν πλέον σιδηροδέσµιος. Συνεχίζει να στηλιτεύει τα κακώς κείµενα και  αντιµετωπίζει  στωικά  την  αιχµαλωσία  του.  Γνωρίζει  ότι  πλησιάζει πλέον  ο  θάνατος  και  νοερά  κάνει  αναδροµές  στην  εποχή  κατά  την  οποία βρισκόταν  στην  Ιταλία,  είτε  στο  τυπογραφείο  του  Άλδου  Μανούτιου  στη Βενετία  (Σκηνές,  σσ.441-443,  445-447),  είτε  στο  καθολικό  µοναστήρι  του Αγίου  Μάρκου  της  Φλωρεντίας,  όπου  παραδέχεται  ότι  είχε  καρεί µοναχός  στις 14 Ιούνη  του 1502 (Σκηνές,  σ.421).  Με  την  εµπειρία  που  έχει αποκτήσει  από  την  πολυβασανισµένη  ζωή  του,  αλλά  και  λόγω  της ηλικίας  του  αποφεύγει  να  εµπλακεί  στις  θρησκευτικές  διαµάχες  της εποχής και συνειδητά απέχει από κάθε δίκη εναντίον αιρετικών(π.χ. δίκη Ματθαίου Μπάσκιν). Ωστόσο,  είναι  καταδικασµένος λίγο πριν το θάνατό του  να  υποστεί-  εν  αγνοία  του-  άλλη  µια  προδοσία,  καθώς  απεσταλµένοι από  το  Βατοπέδι  αντί  να  διεκδικήσουν  την  επιστροφή  του  Μάξιµου  στο Όρος,  εµφανίζονται  να  έχουν  µόνο  οικονοµικές  διεκδικήσεις  από  τον τσάρο.  Έτσι,  αποδεικνύεται  άλλη  µια  φορά  ότι  το  παιχνίδι  των συµφερόντων  δεν  έχει  ποτέ  τέλος.  Ευτυχώς  η  λύτρωση  του  Μάξιµου επήλθε  µε  το  βιολογικό  του  θάνατο,  τον  οποίο  συµβολικά  ο Αλεξανδρόπουλος  δηλώνει  µε  την  πτώση  του «έκτου  δαχτύλου»  στο πάτωµα  και  τη  νοερή  µεταφορά  του  Μάξιµου  στην  πατρίδα  (Σκηνές σ.460)
Ο  Αλεξανδρόπουλος  δίνει  έµφαση  στη  ρωσική  περίοδο  του Μάξιµου.  Ωστόσο  καταφέρνει  µέσα  από  αναδροµές  (Σκηνές ,  σσ.124-130,  421, 441-447)  και  νύξεις  των  γεγονότων  του  παρελθόντος  του  Μάξιµου  να υπονοήσει  τις  εσωτερικές  διεργασίες  και  εντάσεις  της  προσωπικότητάς του.  Έτσι,  ο  εσωτερικός  πνευµατικός  αγώνας  του  εµφανίζεται  έντονος,  αλλά  αποβαίνει  εξαιρετικά  γόνιµος,  αφού  οδηγεί  στην  εξέλιξη  της προσωπικότητάς του. Μάλιστα, στο τέλος του ασκητικού βίου έρχεται ως ανάµνηση το αναγεννησιακό παρελθόν. Σύµφωνα µε τη Σταυροπούλου:
«Ιδιαίτερο  ενδιαφέρον  παρουσιάζει  η  συναισθηµατική,  ψυχολογική  και πνευµατική  εξέλιξη  που  δίνει  στον  πρωταγωνιστή  του  ο  Αλεξανδρόπουλος.  […]  βλέπουµε  τη  µεταστροφή  του  Μάξιµου,  που  από  λεπτολόγος  υπερασπιστής  και κήρυκας της ορθής  πίστης και του δόγµατος γίνεται δάσκαλος«ωφέλιµων  γνώσεων».
Αποκαλύπτει  ότι  είχε  γίνει  µοναχός  σε  καθολικό  µοναστήρι,  αποκαλύπτει  ακόµη  ότι ερµήνευσε  λαθεµένα  τη  συµβολική  παράσταση  του  τυπογραφείου  του  Άλδου Μανούτιου,  ενώ  θυµάται  όλο  και  περισσότερο  τη  ζωή  του  ως  λαϊκού.  Ο  ορθόδοξος πολυβασανισµένος  µοναχός  φαίνεται  να  χάνει  την  ασκητική  του  αυστηρότητα  και  να «παραµερίζει»  µπροστά  στον  άνθρωπο  της  αναγέννησης,  τον  σοφό  που  χαίρεται  την οµορφιά  της  ζωής  και  την  κατακτηµένη  εσωτερική  του  ελευθερία» (Σταυροπούλου,  σσ.30-31).
Όσον  αφορά  στο  έργο  του  Αλεξανδρόπουλου  είναι χαρακτηριστικό ότι πολλοί µελετητές εντόπισαν και σχολίασαν την άρτια τεχνική  του.  Μίλησαν  για  την  καλή  γνώση  της  σύγχρονης  βιβλιογραφίας για  το  Μάξιµο,  για  τη  βαθιά  διαίσθηση  του  καλλιτέχνη,  την  υψηλή επίγνωση  του  µέτρου,  την  ικανότητά  του  να  βλέπει  το  σύνολο  πίσω  από τις  λεπτοµέρειες,  χωρίς  να  έρχεται  σε  αντίθεση  µε  την  εικόνα  που σχηµατίστηκε από την επιστήµη και το σπάνιο χάρισµα της δηµιουργικής σύνθεσης
Πρόκειται  για  ένα  συγγραφέα  που  κατορθώνει  να  συνδυάζει  ένα τεράστιο  όγκο  πληροφοριών,  χωρίς  να  υστερεί  το  τελικό  καλλιτεχνικό αποτέλεσµα  σε  αισθητική  αξία,  αλλά  αντίθετα  προσφέροντας  στον αναγνώστη  την  τέρψη  ταυτόχρονα  µε  τη  γνώση.  Όπως  επισηµαίνει  ο Τοπορόφ:  «Το  βιβλίο  εκπλήσσει  µε  τον  τεράστιο  όγκο  πληροφόρησης  που  περιέχει,  µε την  ακριβή  στόχευση  και  το  καταπληκτικό  τακτ  µε  το  οποίο  ο  συγγραφέας  µεταφέρει και  ενσαρκώνει  τις  υπάρχουσες  επιστηµονικές  πληροφορίες  για  το  Μάξιµο  στο καλλιτεχνικό  σύνολο.  […]  Σχολαστικά  πιστός  στις  ιστορικές  πηγές  ο Αλεξανδρόπουλος  εντέχνως  επιλέγει  από  το  χάος  ετερογενών  και  κάποτε  αµφίβολης αξιοπιστίας µαρτυριών για το Μάξιµο, ό,τι είναι ικανό να φωτίσει το βαθύτερο νόηµα του  έργου. […]  Ο  συγγραφέας  µε  απόλυτη  επιτυχία  κάνει  παν  το  δυνατό,  ώστε  πίσω από  το  µερικό  κι  εµπειρικό  να  προβάλλει  το  γενικό  και  υπερεµπειρικό,  πίσω  από  το έργο και τις πράξεις του ήρωά του να δει την ανθρώπινη ουσία του» (Τοπορόφ, σ.72).
——————————-
Πηγές:
Α.ΣΚΗΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΓΡΑΙΚΟΥ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ.
Β.Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΓΡΑΙΚΟΥ.
Γ.ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΠΑΠΑΜΙΧΑΗ.ΜΑΞΙΜΟΣ ΓΡΑΙΚΟΣ.Ο ΦΩΤΙΣΤΗΣ ΤΩΝ ΡΩΣΩΝ

Δεν υπάρχουν σχόλια: