Παρασκευή, 29 Απριλίου 2016

Του π. Γεωργίου Οικονόμου Δρ.Θ

Η πόρνη της Μεγάλης Παρασκευής
porni
(Διήγημα)
Ήταν Μεγάλη Παρασκευή. Η ώρα θα ήταν σίγουρα μετά τη μία το μεσημέρι. Είχε ήδη γίνει η Αποκαθήλωση του Χριστού στις Εκκλησίες. Και ο Χριστός βρισκόταν στον τάφο.

Ενώ η ανθρωπότητα πενθούσε και το δήλωνε η καμπάνα χτυπώντας νεκρώσιμα, εξοδιαστικά. Ντιιιιιιν... Νταααν... Σβήνοντας ο ήχος του χτυπήματος σήμαινε το επόμενο.
Ημέρα αυστηρής αργίας και νηστείας, προετοιμασία για τον Επιτάφιο. Κάθε χρόνο την ημέρα αυτή τα παιδιά γυρίζουν από γειτονιά σε γειτονιά και από εκκλησία σε εκκλησία να δουν τους επιταφίους.
Τα μεγαλύτερα παιδιά ήδη από την προηγούμενη νύχτα, που οι γυναίκες «ξενυχτούσαν τον Χριστό» και στόλιζαν τον επιτάφιο, είχαν επιδοθεί σε αυτές τις διεκκλησιαστικές βόλτες. Ξανάσμιξαν παρέες, που είχαν να ιδωθούν έναν ολόκληρο χρόνο και θα ξανασμίξουν, αν θέλει ο Θεός, ξανά σε άλλον ένα χρόνο, την ίδια ημέρα.
Θαρρείς και ένα πνευματικό ξυπνητήρι χτυπά στις καρδιές των ανθρώπων και τρέχουν στην εκκλησία να προσκυνήσουν τον επιτάφιο αλλά και να θυμηθούν στιγμές από τα παλιά, τα παιδικά χρόνια. Τα ανέμελα. Τα αθώα. Τα χαρούμενα.
Όχι πάντα.
Υπήρχαν παιδιά, για τα οποία το τραγούδι του Χριστού, που ψέλναν οι παλιές γυναίκες˙ «σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα», ήταν σαν να μιλούσε για την δική τους την ζωή.
Θλίψεις και λύπες ασύγκριτα περισσότερες και μεγαλύτερες από όσο στην ηλικία τους θα μπορούσαν να αντέξουν. Για να λένε οι άθεοι, ύστερα˙ πού είναι ο Θεός για αυτά τα παιδιά, που βασανίζονται;
Άρα δεν υπάρχει. Οι άθεοι, που φέτος γιορτάζουν και την Μεγάλη Παρασκευή ετοιμάζονται να διακωμωδήσουν τον Μυστικό Δείπνο με το λεγόμενο «Φανερό Δείπνο», όπως το είπαν, προσκαλώντας σε πάρτι κρεατοφαγίας τα μέλη της ένωσής τους! Είναι αλήθεια, όμως, ότι ο σταυρός μερικών παιδιών είναι αληθινά βαρύς, είναι βαρύς σαν τον Τίμιο Σταυρό του Κυρίου, και πρόκειται για ένα γεγονός δυσερμήνευτο.
Τον σταυρό αυτό, όμως, σε καμία περίπτωση δεν τον έστειλε η αγάπη του Θεού. Αλλά τον επινόησαν άνθρωποι ανεύθυνοι ακολουθώντας τις μεθοδείες του διαβόλου. Όπως ακριβώς έγινε και με την Μαρία, την πρωταγωνίστρια της ιστορίας μας.
Η Μαρία, η οποία είναι τώρα ήδη τριαντατεσσάρων χρόνων, χαρές από τα παιδικά της χρόνια δεν έχει να θυμάται.
Η μητέρα, που την μεγάλωνε μόνη, της έλεγε από τότε, που μπορεί να θυμάται τον εαυτό της, πόσο μεγάλο λάθος της ήταν να την γεννήσει και ότι έπρεπε τελικά να είχε κάνει έκτρωση.
Ο πατέρας άγνωστος. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι η Μαρία δεν είχε ούτε ενός κατοικιδίου την στοιχειώδη φροντίδα.
Συνέβαινε πολλές φορές να πεινάει, τα ρούχα της να είναι λερωμένα, να γυρίζει μόνη στις γειτονιές ακούγοντας συνέχεια από δω και από κει την χαρακτηριστική προσφώνηση «το αλητάκι».
Μόνο μια γριούλα στην γειτονιά της την συμπονούσε και την αγαπούσε. «Έλα, αγάπη μου, να σε κεράσω. Έλα, η γιαγιά Μαρία σου φύλαξε λιχουδιές και καραμέλες». Και έτρεχε η μικρή Μαρία όχι για τις λιχουδιές και τις καραμέλες αλλά, για να θηλάσει λίγη αγάπη, που τόσο πολύ ανάγκη την είχε η καρδούλα της.
Η γιαγιά Μαρία έγινε σιγά σιγά σαν μάνα για την μικρή. Αν και την δική της μητέρα η Μαρία πολύ την αγαπούσε και ας την έδιωχνε συνέχεια, νιώθοντας ενοχές ότι εκείνη έφταιγε, που έκανε το λάθος και γεννήθηκε και δεν την αγαπούσε η μαμά. Και της γιαγιάς Μαρίας την αγάπη πάλι ένιωθε ότι δεν την άξιζε, αλλά την είχε τόσο πολύ ανάγκη, που έτρεχε με κάθε ευκαιρία και χωνόταν στην αγκαλιά της.
Η γιαγιά Μαρία ήταν άνθρωπος του Θεού. Δεν είχε μάθει πολλά γράμματα αλλά γνώριζε να διαβάζει και όλη την ημέρα μελετούσε. Είχε βιβλία αγιωτικά, είχε τον Θησαυρό Αγίων και την επιστολή του Χριστού, τον Συνέκδημο και ένα παλιό ευαγγέλιο, που έφερε από την πατρίδα της, την Μικρασία, μετά των ξεριζωμό.
Και πήγαινε κάθε μέρα στην εκκλησία. Όρθρο και Εσπερινό και Λειτουργίες δεν έχανε ποτέ. Και άρχισε σιγά σιγά να παίρνει μαζί της και την μικρή Μαρία απαντώντας στις περίεργες ερωτήσεις˙ η εγγονούλα μου είναι, καλέ, το φως μου, μην είστε κουτσομπόλες.
Και την Μεγάλη Βδομάδα βρισκόταν όλη μέρα στην εκκλησία. Η γιαγιά Μαρία και η μικρή Μαρία. Και την χρονιά εκείνη φρόντισαν η μικρή Μαρία να γίνει μυροφόρα. Να ψάλλει με τα άλλα κορίτσια της εκκλησίας, που τα περισσότερα είχαν μαμά και μπαμπά, τα εγκώμια. Τα μοιρολόγια του Χριστού. Και το αγαπημένο της ήταν ένα που έλεγε˙
Ὢ τῆς παραφροσύνης,
καὶ τῆς Χριστοκτονίας,
τῆς τῶν προφητοκτόνων!
Εκεί, στα εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής ένιωσε για πρώτη φορά στην ζωή της, η Μαρία, ότι δεν είναι άχρηστη. Ότι συμμετέχει με επιτυχία σε κάτι και αυτό το κάτι πλημμύρισε την καρδιά της με χαρά. Τέτοια χαρά, που έκλαιγε συνέχεια. Και όσοι γνώριζαν λίγο την ιστορία της ζωής της έλεγαν πως κλαίει για τα βάσανά της. Αλλά δεν ήξεραν ότι τώρα έκλαιγε από χαρά και πληρότητα. Από ευγνωμοσύνη στον καλό Θεό, ο Οποίος, όπως υποσχέθηκε, ὀρφανὸν καὶ χήραν ἀναλήψεται.
Η Μαρία μεγάλωνε. Στο σχολείο δεν τα πήγαινε καλά. Όχι γιατί δεν αγαπούσε τα γράμματα αλλά γιατί δεν υπήρχε κανείς να την βοηθήσει και να την στηρίξει. Η γιαγιά Μαρία την συμβούλευε συνέχεια να διαβάζει και να προσέχει. Και προσπαθούσε η Μαρία. Ήρθε, όμως, η εφηβεία.
Ήρθε η άρνηση και η αντίδραση. Και η αναζήτηση αποδοχής από τις παρέες, που ήταν πολύ επιφυλακτικές και κλειστές απέναντί της. Υπήρχαν και πολλοί γονείς, που απαγόρευαν τα παιδιά τους να κάνουν παρέα με το «αλητάκι».
Και δεν άργησε να γίνει θήραμα επιτήδειων, που απλώνουν τα δίχτυα τους ακόμα και μέσα στα σχολεία. Άρχισε να κάνει παρέα με μεγαλύτερους, που κάπνιζαν και έπιναν, συνήθειες που απέκτησε και αυτή σιγά σιγά μαζί τους. Ένας από αυτούς, ο Νίκος, είκοσι χρόνια μεγαλύτερος, της εκμυστηρεύτηκε ότι την αγαπούσε. Και αυτή του δόθηκε άνευ όρων.
Με το παραμύθι της αγάπης δοκίμασε για πρώτη φορά και κάτι, που «θα την έφτιαχνε και θα ξεχνούσε τα παλιά». Και για δεύτερη και για τρίτη φορά. Μέχρι, που έγινε εξάρτηση.
Ο σκοπός, όμως, ήταν άλλος. Και υπό την επήρεια ουσιών άρχισαν να ασελγούν στο ανήλικο κορίτσι άνθρωποι, για τους οποίους η λέξη συνείδηση απλά δεν υπήρχε.
Ένα βράδυ – θα ήταν στην ηλικία των δεκαπέντε – την έπιασε η αστυνομία στο τζιπ ενός εβδομηντάχρονου, που την εκμεταλλευόταν, για να εξασφαλίσει την δόση και ξεκίνησαν έτσι για την Μαρία και τα μπλεξίματα με τον νόμο και την δικαιοσύνη.
Αποτέλεσμα όλων των παραπάνω ήταν να γίνει εν τέλει η Μαρία μία γυναίκα «κοινή».
Δεν την ενοχλούσε καθόλου αυτού του είδους ο στιγματισμός, τον οποίο άλλωστε είχε συνηθίσει από μικρό παιδί ως «αλητάκι».
Ούτως ή άλλως, θεωρούσε ότι δεν δικαιούταν κάποια άλλη θέση στην κοινωνία και ότι απλώς ξεπλήρωνε σε αυτήν το χρέος των ενοχών της, ζώντας εκεί, που η ίδια η κοινωνία την είχε εκβάλει και απορρίψει, στον υπόκοσμο.
Και έφτασε στην ηλικία, όπως είπαμε, ήδη των τριαντατεσσάρων χρόνων. Τότε, όμως, συνέβη κάτι πραγματικά συγκλονιστικό.
Έφτασε η Μεγάλη Βδομάδα. Μεγάλη Παρασκευή μεσημέρι. Η Μαρία ήταν μόνη στο σπίτι και προσπαθούσε να άνοιξει τα μάτια της, ύστερα από μια πολύ κουραστική εβδομάδα στη «δουλειά». Άκουσε τότε εκείνα τα αργόσυρτα ντιιιιιν... ντααααν...
Ποιός να πέθανε άραγε στην γειτονιά, αναλογίστηκε. Και, ύστερα, θυμήθηκε ότι, σήμερα, ήταν Μεγάλη Παρασκευή!
Και θυμήθηκε τον εαυτό της παιδί. Θυμήθηκε την γιαγιά Μαρία. Θυμήθηκε τις μυροφόρες και τα εγκώμια.
Και άρχισε να σιγοψέλνει με φωνή πνιγμένη στα κλάματα˙
Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ,
κατετέθης Χριστέ,
καὶ Ἀγγέλων στρατιαὶ ἐξεπλήττοντο
συγκατάβασιν δοξάζουσαι τὴν σήν.
Πιο όμορφα εγκώμια, ως θυμίαμα εύοσμον, η ευωδία του οποίου ερχόταν μέσα από τα σπλάγχνα του ουρανού, αμφιβάλλουμε, αν ξανακούστηκαν ποτέ. Και αλήθεια.
Το καταπέτασμα του ουρανού εσχίσθη. Κι η ψαλμωδία της πόρνης έγινε προσευχή ευπρόσδεκτη στο νοερό και υπερουράνιο θυσιαστήριο.
Και η θεία συγκατάβαση, την οποία δόξαζαν οι ουράνιες στρατιές των αγγέλων βλέποντας με έκπληξη την ζωὴ ἐν τάφῳ, εκφράστηκε για ακόμα μια φορά στην δούλη του Μαρία.
Ήταν αρκετό ένα μελαγχολικό και πένθιμο ντιιιιν... της καμπάνας την Μεγάλη Παρασκευή, σαν ξυπνητήρι πνευματικό να ηχήσει στην καρδιά της Μαρίας, και να της χαρίσει την μετάνοια.
Σαν την μετάνοια του Δαυίδ και του ληστή, αλλά και σαν της πόρνης γυναικός, που άλειψε με μύρο τα πόδια του Χριστού και ο Κύριος δέχτηκε την προσφορά της.
Με την ίδια αγάπη δέχτηκε και πάλι την ψαλμωδία της Μαρίας. Της μυροφόρας πόρνης, που έψαλλε το μοιρολόι του Χριστού, ευρισκομένου στον τάφο και στα έγκατα του άδη, για να αναστήσει τους νεκρούς. Όπως ακριβώς ανέστησε και την Μαρία.
Αναστήθηκε. Ντύθηκε γρήγορα και έτρεξε να προσκυνήσει τον επιτάφιο. Δεν την ένοιαζαν ούτε τα επικριτικά βλέμματα ούτε τα σχόλια. Την ένοιαζε μόνο να καταφιλήσει τα πόδια του ταφέντος Θεού και να ζητήσει συγχώρεση.
Μόλις προσκύνησε, έτρεξε να βρει ιερέα να εξομολογηθεί τα κρίματά της, όπως την είχε διδάξει η γιαγιά Μαρία, που θα ευφραινόταν τώρα από τον ουρανό – είχε ήδη δέκα χρόνια, που εκοιμήθη – για την μετάνοια της «εγγονούλας» της.
Δύσκολα βρήκε ιερέα. Όσους συνάντησε και παρακάλεσε προφασίζονταν διάφορους λόγους, για να αποφύγουν την εξομολόγηση της «άσχετης», που το άφησε για τελευταία στιγμή.
Δεν το έβαλε κάτω, όμως. Πήρε ταξί και έτρεξε στην παλιά της ενορία. Εκεί, που βαφτίστηκε. Εκεί, που ντύθηκε μυροφόρα και έψαλλε τα εγκώμια.
Εκεί, που είχε εξομολογηθεί για πρώτη φορά στην ζωή της. Και μόλις είδε τον παπα – Γιάννη δεν τον ρώτησε καν. Έκλεισε την πόρτα πίσω της, έπεσε μπρούμυτα στη γης και άρχισε με λυγμούς να εξομολογείται τα αμαρτήματά της.
Από τότε, που θυμόταν τον εαυτό της έως την ώρα, που άκουσε τον χτύπο της καμπάνας να δονεί την καρδιά της εκείνο το μεσημέρι.
Ο παπα – Γιάννης από την συγκίνηση και την θερμή προσευχή δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη.
Μόνο ευχαριστούσε τον Θεό, που λυπήθηκε το πλάσμα Του και αξίωσε αυτόν, τον ταπεινό και ανάξιο λευίτη, που πάντα θυμόταν με πόνο και βαθειά πνευματική αγάπη στην Αγία Πρόθεση την Μαρία, να ακούσει μια τέτοια εξομολόγηση, σαν την εξομολόγηση άλλοτε της Μαρίας της Αιγυπτίας στον αββά Ζωσιμά. Αφού της διάβασε την συγχωρετική ευχή την έβαλε κανόνα!
«Θα κοινωνήσεις και αύριο, Μέγα Σάββατο, και την Κυριακή του Πάσχα και κάθε μέρα της Διακαινησίμου. Εσένα, παιδί μου, σήμερα σε επισκέφτηκε ο Ίδιος ο Χριστός».
Και της είπε τα ίδια λόγια, που είχε άλλοτε πει ο Κύριος σε μια άλλη αμαρτωλή γυναίκα˙ οὐδὲ ἐγώ σε κατακρίνω· πορεύου καὶ ἀπὸ τοῦ νῦν μηκέτι ἁμάρτανε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: