Παρασκευή 19 Νοεμβρίου 2010

Ἐκκλησία καὶ τέχνη. Ἡ μουσικὴ καὶ ἡ ἁγιογραφία. Τοῦ κ. Φώτη Κόντογλου, Ἐλευθερία, 9-11-1958

κκλησία κα τέχνη. μουσικ κα γιογραφία.
Τοῦ κ. Φώτη Κόντογλου,
Ἐλευθερία, 9-11-1958

            Στὴ συνέλευση τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος θὰ συζητηθοῦν ἕνα πλῆθος θέματα σχετικὰ μὲ τὰ ἐκκλησιαστικά μας πράγματα. Τὰ περισσότερα ἀπ’ αὐτὰ εἶναι πρακτικῆς φύσεως, κι’ αὐτὸ φανερώνει πὼς τὸ ἐγκόσμιο πνεῦμα ἐπιδρᾶ ἀπάνω στὴ σημερινὴ Ἐκκλησία.
            Ἀνάμεσα στὰ πνευματικὰ θέματα ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀπασχολήσουν, μάλιστα ἀπὸ τὰ πρῶτα, τὴν Συνέλευση τῆς Ἱεραρχίας, εἶναι καὶ τὸ ζήτημα τῶν ἐκκλησιαστικῶν τεχνῶν, τῆς μουσικῆς καὶ τῆς ἁγιογραφίας. Ἀλλά, εἶναι βέβαιο, πὼς καθένας ἀπὸ τοὺς ἱεράρχας μου δὲν θὰ εἰσηγηθῆ ἕνα τέτοιο θέμα. Οἱ ἐκκλησιαστικὲς τέχνες εἶναι ἕνα ζήτημα δίχως σημασία γιὰ τοὺς ἱερωμένους μας, ἐνῶ εἶναι πολὺ σπουδαῖο. Οἱ περισσότεροι ἱερωμένοι μας τὸ θεωροῦνε πάρεργο. Πολὺ λίγοι ἀπ’ αὐτοὺς δείχνουν κάποιο ἐνδιαφέρον γι’ αὐτές, καὶ ἐνῶ σὲ ὅλα προσέχουμε πὼς νοιώθουνε τὰ δικά μας πράματα οἱ ξένοι, ἐν τούτοις, δὲν βλέπουν πὼς αὐτοὶ οἱ ξένοι δίνουν μεγάλη σημασία στὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες μας, καὶ πὼς οἱ περισσότεροι ἀπ’ αὐτούς, ποὺ νοιώσανε τὴν ὑπεροχὴ τῆς Ἐκκλησίας μας, τὴ νοιώσανε ἀπὸ τὴν ὑπεροχὴ ποὺ ἔχουνε οἱ ἐκκλησιαστικὲς τέχνες μας ἀπέναντι στὶς τέχνες τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Δύσεως.
            Κάποιοι ξένοι ἀρχαιολόγοι ποὺ ἐργαζόντανε στὴ μελέτη καὶ στὴ συντήρηση βυζαντινῶν μνημείων στὴν Κωνσταντινούπολη, λέγανε πὼς ἀπὸ τὴ βυζαντινὴ τέχνη, ποὺ εἶναι τόσο σπουδαία καὶ τόσο βαθειά, καταλάβανε πόσο ἀνώτερη πνευματικὰ καὶ ἀληθινώτερη εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀπὸ τὴ Δυτική. Ὅσο ἀνώτερη εἶναι ἡ βυζαντινὴ ἁγιογραφία ἀπὸ τὴν τέχνη τῆς Ἀναγεννήσεως, ἢ ἡ Ἁγία Σοφία ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Πέτρου τῆς Ρώμης. Γιατί οἱ ἐκκλησιαστικὲς τέχνες εἶναι τὰ μέσα ποὺ ἐκφράζεται τὸ πνεῦμα μίας Ἐκκλησίας, κι ὅσο βαθύτερη εἶναι ἡ τέχνη της, τόσο βαθύτερο εἶναι καὶ τὸ περιεχόμενό της, ἡ οὐσίας ποὺ ἐκφράζεται μ’ αὐτὴ τὴν τέχνη. Γι’ αὐτὸ ἡ τελετουργία καὶ οἱ ἐκκλησιαστικὲς τέχνες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας συντελέσανε στὸ νὰ ἔλθουνε κάποιοι ξένοι στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας μας.
            Οἱ ἐκκλησιαστικὲς τέχνες εἶναι τὰ ὑλικὰ μέσα μὲ τὰ ὁποῖα ἐκφράζεται ἡ πνευματικὴ οὐσία τῆς Ὀρθοδοξίας, κ’ εἶναι λειτουργικές. Λειτουργικότητα εἶναι ὁ ἀναγωγικὸς τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο τὰ ὑλικὰ γίνουνται πνευματικά. Ἡ λειτουργικότητα αὐτὴ χαρακτηρίζει τὸ πᾶν στὴν Ὀρθόδοξο λατρεία μας, κι’ αὐτὴ εἶναι «τὸ ὑπερέχον» τῆς Ἐκκλησίας μας ἀπέναντι στὶς ἄλλες Ἐκκλησίες τῆς Δύσεως. Τὰ δόγματα καὶ ἡ λειτουργικὴ μορφὴ τῆς λατρείας ἔχουνε βαθύτατη ἐξάρτηση. Ὅταν ἀτονήση ἢ παραμορφωθῆ ἡ μορφὴ τῆς λατρείας σὰν κάτι ἐπουσιῶδες καὶ συμβατικό, αὐτὸ τὸ γεγονὸς εἶναι ἀδιάψευστο σημεῖο ὅτι καὶ τὰ δόγματα χάσανε τὴ σημασία τους γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ δὲν τρέφεται μὲ λειτουργικὴ πνευματικὴ τροφή. Μήπως ὁ θεϊσμός, δηλαδὴ ἡ ἀπροσδιόριστη πίστη σὲ κάποιον θεό, μήπως ἔχει δόγματα; Πῶς λοιπὸν νὰ ἔχη καὶ λειτουργικὴ μορφή; Ἡ ποιότητα τῆς μορφῆς εἶναι ἡ ἴδια μὲ τὴν ποιότητα ποὺ ἔχει ἡ πνευματικὴ οὐσία τὴν ὁποία ἐκφράζει καὶ τὴν ὁποία κάνει ἀντιληπτὴ στὶς αἰσθήσεις.
            Λοιπόν, χωρὶς λειτουργικὴ μορφὴ καὶ χωρὶς ἐκκλησιαστικὴν παράδοση στὶς τέχνες, Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξη.
            Πῶς, λοιπόν, ἐπιτρέπει ἡ Ἐκκλησία νὰ παραμορφώνονται ἡ ἐκκλησιαστικὴ μουσικὴ καὶ ἡ εἰκονογραφία κατὰ τὸ σαρκικὸ θέλημα τοῦ καθενός; Τί εἶναι αὐτὴ ἡ ἀναρχία ποῦ ἐπικρατεῖ στοὺς ναούς μας, προπάντων σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὴ μουσική; Πῶς δὲν βάζει φραγμὸ στὴν ἀποχαλίνωση κάποιων ψαλτάδων καὶ ἱερωμένων, πού, ὑπὸ τὸ πρόσχημα τοῦ συγχρονισμοῦ, φωνασκοῦν ἀνιέρως σὰν ἄλλοι κορύβαντες, βάζοντας στὴ θέση τῆς πατροπαραδότου ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς μας κάποια ἀνόητα κοσμικὰ τραγούδια, ποὺ εἶναι γυμνὰ ἀπὸ κάθε ἔννοια εὐλαβείας, ἀντιορθόδοξα, σαρκικά, ἄκοσμα, καὶ ποῦ ἱκανοποιοῦν μοναχὰ κάποιους κούφιους ἀνθρώπους ποῦ πηγαίνουνε στὴν Ἐκκλησία γιὰ νὰ εὐχαριστήσουνε τ’ αὐτιά τους, σὰν νὰ πρόκειται γιὰ κανένα θέατρο;


            Εἶναι καιρὸς πιὰ νὰ ἐνδιαφερθῆ ἡ Ἐκκλησία γι’ αὐτὸ τὸ ἄγος. Χιλιάδες ψυχὲς ἐκφυλίζονται θρησκευτικὰ μὲ τὸ πρόσχημα τῆς χειραφετήσεως ἀπὸ κάποιους ἀμαθεῖς καὶ ψυχικὰ νεόπλουτους, ποὺ καταντήσανε ὠρισμένους ἑλληνικοὺς ναοὺς ἄντρα μουσικῆς κραιπάλης, γιὰ τὴν ὁποία ἀποροῦν καὶ οἱ ξένοι ἀκόμα. Καὶ εἶναι χαρακτηριστικὸ πῶς οἱ τέτοιοι «μοντέρνοι» ψάλτες, κατὰ κανόνα δὲν ἔχουνε τὴν παραμικρὴ κοσμιότητα, ἀλλὰ συμπεριφέρονται μέσα στὴν Ἐκκλησία σὰν νὰ βρίσκουνται σὲ θέατρο ἢ σὲ κέντρο διασκεδάσεως, χωρὶς καμμιὰ συναίσθηση σὲ ποιὸν τόπο βρίσκουνται, δίνοντας τὸ παράδειγμα στοὺς [νεαρούς;] φωνασκίας ποὺ τοὺς τριγυρίζουν, τοὺς μπάσσους καὶ τενόρους, οἱ ὁποῖοι «καθίστανται υἱοὶ γεένης» χειρότεροι ἀπὸ τοὺς πάτρωνές τους, χαριεντιζόμενοι ἀδιάντροπα κατὰ τὴν λειτουργία, ἔχοντας τὰ χέρια πίσω, σὰν νὰ βρίσκουνται ἀπάνω στὴ σκηνὴ κάποιου ἐλαφροῦ κέντρου. Καὶ πὼς εἶναι δυνατὸ νὰ εἶναι ἀλλιῶς, ἀφοῦ ἔχουνε γιὰ μοντέλα τοὺς ἠθοποιοὺς τοῦ ἐλαφροῦ θεάτρου, τοὺς κονφερανσιέ, καὶ τοὺς ἄλλος ὅμοιους.
            Κ’ εἶναι ἀνεξήγητο πὼς πολλοὶ ἀπὸ τοὺς προϊσταμένους κληρικούς, ὄχι μονάχα ἀνέχονται αὐτὰ τὰ πράγματα, ἀλλὰ συγχαίρουν μάλιστα αὐτοὺς τοὺς «μοντέρνους» γιὰ τὴν ἐξύψωση τοῦ ἑλληνικοῦ Ὀρθοδόξου ναοῦ σὲ μπὰρ ἢ σὲ κάτι παραπλήσιο. Πῶς νὰ μὴ θλίβονται ἀπὸ αὐτὰ τὰ φαινόμενα οἱ καλοὶ χριστιανοὶ καὶ νὰ μὴν ἀπελπίζωνται γιὰ τὴν κατάργηση τῆς ἱερῆς καὶ σεμνῆς μας παράδοσης, γιὰ τὸν κατήφορο ποῦ πήραμε σ’ αὐτὸ τὸ κεφάλαιο;
            Ἐὰν ἡ Ἐκκλησία δὲν σπεύση δραστικὰ νὰ προλάβη τὸν ἐξιταλισμὸ τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς μας, κοντὰ εἶναι ἡ μέρα ποὺ θὰ ἀποχρωματισθῆ ὁλότελα ἡ λατρεία μας ἀπὸ κάθετι ἑλληνικὸ καὶ ὀρθόδοξο, πρὸς ἀγαλλίασιν ἐκείνων ποὺ βυσσοδομοῦν καὶ σκάβουν τὰ θεμέλιά της. Οἱ ἐχθροί της Ἐκκλησίας μας χτυποῦν μὲ ἰδιαίτερη ἐπιμονὴ τὴν ἐκκλησιαστική μας παράδοση, ποὺ τὴ λέγανε «formalisme sterile». Αὐτὸ τὸ γεγονός μας δείχνει, ὡσὰν μὲ τὸ δάκτυλο, πὼς αὐτὸ ἴσια – ἴσια ποὺ πολεμοῦνε μὲ τόση λύσσα, εἶναι «τὸ τιμιώτατον» γιὰ μᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους. Ὁ σοφὸς Ἀδαμάντιος Κοραής, μ’ ὅλον τὸν φιλελευθερισμό του στὰ θρησκευτικὰ πράγματα, γράφει «Διὰ τὴν δεισιδαιμονίαν ταύτην μάλιστά μας ὀνειδίζουν οἱ Δυτικοί, καὶ εἰς αὐτὴν ἀπόδιδουν τὸ πεῖσμα τοῦ κοινοῦ λαοῦ νὰ μὴν ἑνωθῆ μὲ τοὺς Παπιστᾶς, καὶ τὴν σταθερὰν αὐτοῦ ἀντίστασιν εἰς τοὺς ἐπιθυμοῦντας νὰ τὸν ἐνώσωσιν αὐτοκράτορας. Εἰς τὴν δεισιδαιμονίαν ὅμως ταύτην (ἂν ἐγέννησε ποτὲ τί καλὸν ἡ δεισιδαιμονία), χρωστοῦμεν οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες τὴν ὕπαρξίν μας. Χωρὶς τὸ εὐτυχέστατον τοῦτο πεῖσμα τῶν πρὸ ἠμῶν, καὶ ἡ δεισιδαιμονία ἢθελ’ αὐξηθοῦν ἐπιπλέον, καὶ τὰ πολυπληθῆ τάγματα τῶν Δυτικῶν μοναχῶν ἔμελλαν νὰ καταβρωμίσωσι τὸ ἔδαφος τῆς ταλαιπώρου Ἑλλάδος».




            Ὁ εὐσεβὴς ἑλληνικὸς λαὸς ζῆ καὶ πεθαίνει ὀρθόδοξος, χωρὶς νὰ γνωρίζη, κατὰ τὸ μεγαλύτερο μέρος, ποιὲς εἶναι οἱ δογματικὲς διαφορὲς πού μας χωρίζουνε ἀπὸ τοὺς Δυτικούς. Ἀλλὰ ξέρει πολὺ καλὰ τί εἶναι Ὀρθοδοξία ἀπὸ τὴ μορφὴ κι’ ἀπὸ τὸν χαρακτήρα τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀπὸ τὶς τελετουργίες, ἀπὸ τὶς εἰκόνες, ἀπὸ τὴν ψαλμωδία, ἀπὸ τὴ μορφὴ κι’ ἀπὸ τὰ ἄμφια τῶν κληρικῶν κλπ., δηλαδὴ ἀπὸ τὰ ὀρθόδοξα ὁράματα καὶ ἀκούσματα.
            Λοιπόν, ἡ Συνέλευση τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος πρέπει νὰ ἀποκαταστήση τὴν ἑνότητα τῆς λατρείας στοὺς ναούς, ποὺ ἔχει καταστραφῆ ἀπὸ τοὺς μοντερνισμοὺς κι’ ἀπὸ τοὺς αὐτοσχεδιασμούς, πρὸ πάντων στὴ μουσικὴ καὶ στὴν ἁγιογραφία. Ἐνῶ ἐπὶ αἰῶνες ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας μας φανερωνότανε τρανώτατα ἀπὸ τὴν ἴδια μουσικὴ καὶ εἰκονογραφία ποὺ ἄκουγε καὶ ἔβλεπε κανένας στὶς ἐκκλησίες μας, ἀπὸ τὸν Πόντο ἕως τὰ Δωδεκάνησα, κι’ ἀπὸ τὴν Καππαδοκία ὡς τὴν Πελοπόννησο, σήμερα κατακομματιάστηκε σὲ τέτοιο σημεῖο «ὁ ἄρραφος χιτών» της, ὥστε νὰ ἀκούη κανένας διαφορετικὴ μουσικὴ στὴ μία ἐνορία καὶ διαφορετικὴ στὴν ἄλλη, μέσα στὴν ἴδια πόλη!
            Ἂς ἔχουμε ἐμπιστοσύνη ἀληθινὰ στὴ σοφία καὶ στὴ φιλοπατρία τοῦ Κοραῆ, στὴν εὐσέβεια τοῦ Παπαδιαμάντη. Περισσότερο ὅμως πρέπει νὰ ἔχουμε, σὰν νὰ εἶναι ἀνέσπερα πολικὰ ἄστρα γιὰ τὰ ἐκκλησιαστικά μας ζητήματα, τοὺς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴ βαθύτατη αἴσθηση πὼς εἴμαστε Ἕλληνες Ὀρθόδοξοι. Καὶ νὰ πιστεύουμε πὼς μέσα στὴν Ὀρθόδοξο πίστη μας βρίσκουνται «ὅλη οἱ ἠσαυροὶ τῆς σοφίας οἱ ἀποκεκρυμμένοι, καὶ ὅσα ἐστιν ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα».

Δεν υπάρχουν σχόλια: